Τα δύο ευρώ για ένα λίτρο βενζίνης κάποτε αρκούσαν για να σημάνει συναγερμός. Σήμερα κινδυνεύουμε να τα θεωρήσουμε φυσιολογικά. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή της αμόλυβδης παραμένει πάνω από τα 2,20 ευρώ, ενώ σε αρκετά νησιά οι οδηγοί πληρώνουν ακόμη περισσότερα. Στις 6 Οκτωβρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων, η πανελλαδική μέση τιμή διαμορφωνόταν στα 2,204 ευρώ το λίτρο. Αυτό σημαίνει ότι για ένα γέμισμα 50 λίτρων απαιτούνται πλέον περισσότερα από 110 ευρώ.
Και το χειρότερο είναι ότι, με τα σημερινά δεδομένα, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα αρχίσει μια ουσιαστική αποκλιμάκωση.
Οι αιτίες είναι λίγο-πολύ γνωστές. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, τα πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο εξακολουθούν να επηρεάζουν την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Στις 8 Οκτωβρίου, το Brent ξεπέρασε εκ νέου τα 105 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και οι ανησυχίες για τον εφοδιασμό προκάλεσαν νέα άνοδο των τιμών.
Σε μια ενιαία αγορά είναι παράδοξο το ίδιο ενεργειακό πρόβλημα να αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από κάθε κράτος-μέλος.
Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα παρουσιάζεται στην αγορά του diesel. Οι ζημιές στα διυλιστήρια, οι περιορισμοί στις εξαγωγές και οι δυσκολίες στις μεταφορές έχουν μειώσει τις διαθέσιμες ποσότητες, με αποτέλεσμα η τιμή του να αυξάνεται ακόμη και όταν υποχωρεί εκείνη του αργού πετρελαίου.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην αντλία. Το diesel χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές μεταφορές, στην αγροτική παραγωγή, στις κατασκευές και σε πολλές ακόμη επαγγελματικές δραστηριότητες. Όσο ακριβαίνει, αυξάνονται τα έξοδα των επιχειρήσεων, τα οποία στη συνέχεια μετακυλίονται στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Έτσι, οι ανατιμήσεις στα καύσιμα επηρεάζουν τελικά πολύ περισσότερους από εκείνους που χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους.
Το να περιμένουμε να αποκλιμακωθούν οι διεθνείς τιμές, όμως, δεν αποτελεί πολιτική αντιμετώπισης του προβλήματος.
Ώρα για παρεμβάσεις
Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να καθορίσει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου. Μπορεί όμως να περιορίσει την επιβάρυνση των πολιτών και των επιχειρήσεων. Και οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί στην Ευρώπη δείχνουν ότι υπάρχουν περισσότερες από μία επιλογές.
Η Γερμανία προχώρησε από την 1η Οκτωβρίου σε προσωρινή μείωση του φόρου στη βενζίνη και στο diesel κατά 14 λεπτά το λίτρο. Μαζί με τον ΦΠΑ, η ελάφρυνση φτάνει περίπου τα 17 λεπτά. Το μέτρο θα ισχύσει έως το τέλος του έτους, με συνολικό όφελος για πολίτες και επιχειρήσεις που υπολογίζεται σε 2,5 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η γερμανική κυβέρνηση εξετάζει τη θέσπιση ανώτατων τιμών στα καύσιμα από τις αρχές του 2027, κατά το πρότυπο του Βελγίου και του Λουξεμβούργου. Στο τελευταίο, η ανώτατη τιμή της βενζίνης 95 διαμορφώνεται σήμερα στα 1,837 ευρώ το λίτρο και του diesel στα 1,995 ευρώ, αισθητά χαμηλότερα από τις αντίστοιχες τιμές στη χώρα μας. Βέβαια, η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στην επιβολή πλαφόν, αλλά και στη χαμηλότερη φορολογία των καυσίμων.
Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση επέλεξε προς το παρόν να επικεντρώσει τη στήριξη στο diesel. Από την 1η Οκτωβρίου, η κρατική επιδότηση αυξήθηκε από τα 10 στα 15 λεπτά το λίτρο, ενώ διατηρήθηκε η έκπτωση των 5 λεπτών από τα διυλιστήρια. Η συνολική ελάφρυνση φτάνει έτσι τα 20 λεπτά ανά λίτρο. Παρά τις παρεμβάσεις αυτές, όμως, η μέση τιμή του πετρελαίου κίνησης παραμένει πάνω από τα 2,15 ευρώ, γεγονός που δείχνει πόσο περιορισμένο είναι το όφελος για τον καταναλωτή όσο οι διεθνείς τιμές διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.
Για τους επαγγελματίες που εξαρτώνται από το diesel, η ενίσχυση είναι ασφαλώς χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί. Και όσο η κρίση παρατείνεται, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για ουσιαστικότερα μέτρα στήριξης.
Μια λύση θα ήταν η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού, ο οποίος θα προβλέπει προσωρινές φορολογικές ελαφρύνσεις. Όταν η μέση τιμή της βενζίνης ή του diesel ξεπερνά ένα προκαθορισμένο όριο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, θα ενεργοποιείται μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, στο πλαίσιο που επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Με την υποχώρηση των τιμών, ο φόρος θα επανέρχεται στα προηγούμενα επίπεδα.
Έτσι, η κυβέρνηση δεν θα χρειάζεται κάθε φορά να αποφασίζει εκ των υστέρων για νέα έκτακτα μέτρα, ενώ θα μπορεί να υπολογίζει εκ των προτέρων τις επιπτώσεις στα δημόσια έσοδα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στήριξη των μεταφορών και της αγροτικής παραγωγής. Οι επαγγελματίες που εξαρτώνται άμεσα από το diesel αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα, τα οποία δύσκολα μπορούν να απορροφήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η στοχευμένη ενίσχυσή τους μπορεί να περιορίσει τις αυξήσεις που τελικά φτάνουν στον καταναλωτή.
Υπάρχει, βέβαια, και το ζήτημα της χρηματοδότησης. Η Πολωνία επέλεξε μια άλλη προσέγγιση, θεσπίζοντας έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των εταιρειών πετρελαιοειδών. Η πολωνική κυβέρνηση προώθησε τον Σεπτέμβριο σχετικό νομοσχέδιο, το οποίο εγκρίθηκε και υπογράφηκε από τον πρόεδρο της χώρας την 1η Οκτωβρίου. Το μέτρο προβλέπει φορολόγηση με συντελεστή 60% των έκτακτων κερδών που υπερβαίνουν ένα καθορισμένο όριο, με προσδοκώμενα έσοδα περίπου 4 δισ. ζλότι (913 εκατ. ευρώ).
Η λογική είναι σαφής: όταν ορισμένες επιχειρήσεις αποκομίζουν έκτακτα κέρδη εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης, μέρος αυτών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης. Η εφαρμογή ενός τέτοιου φόρου απαιτεί προσοχή, ώστε να αφορά πράγματι τα υπερκέρδη και να μη δημιουργεί προβλήματα στην αγορά.
Παράλληλα, απαιτείται αυστηρός έλεγχος των τιμών. Κάθε μείωση φόρου ή επιδότηση πρέπει να φτάνει στον καταναλωτή και να μην απορροφάται από τα ενδιάμεσα στάδια της εμπορίας. Διαφορετικά, ακόμη και μια σημαντική κρατική παρέμβαση κινδυνεύει να έχει περιορισμένο αποτέλεσμα.
Η ευρωπαϊκή διάσταση
Οι διαφορετικές πολιτικές που εφαρμόζονται στα κράτη-μέλη αναδεικνύουν και την ανάγκη για μεγαλύτερο συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενεργειακή κρίση επηρεάζει ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως κάθε χώρα επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειές της με τα δικά της μέσα.
Στις 2 Οκτωβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγκάλεσε ειδική σύσκεψη με εκπροσώπους των κρατών-μελών για την κατάσταση στην αγορά του diesel. Παρότι ο εφοδιασμός της ΕΕ παραμένει προς το παρόν σταθερός, οι τιμές εξακολουθούν να είναι υψηλές, γεγονός που προκαλεί ανησυχία ενόψει του χειμώνα.
Την ίδια περίοδο, οι χώρες της G7 συμφώνησαν να επιταχύνουν τη διάθεση 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και προϊόντων του από τα στρατηγικά τους αποθέματα, δίνοντας προτεραιότητα στο diesel. Η Γαλλία ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει 10 εκατομμύρια βαρέλια από τα δικά της αποθέματα, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις ελλείψεις και τις ανατιμήσεις.
Ωστόσο, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας διευκρίνισε ότι οι ποσότητες αυτές εντάσσονται στις δεσμεύσεις που είχαν ήδη αναληφθεί τον Μάρτιο και δεν αποτελούν πρόσθετη διάθεση αποθεμάτων. Η διευκρίνιση συνέπεσε με νέα άνοδο των ευρωπαϊκών τιμών χονδρικής του diesel.
Οι παρεμβάσεις στον εφοδιασμό είναι αναγκαίες, αλλά δεν αρκούν για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια στα καύσιμα. Χρειάζεται παράλληλα μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική που θα δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να στηρίζουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις όταν οι ανατιμήσεις ξεπερνούν ορισμένα όρια.
Σε μια ενιαία αγορά είναι παράδοξο το ίδιο ενεργειακό πρόβλημα να αντιμετωπίζεται με διαφορετικό τρόπο από κάθε κράτος-μέλος. Όπως προείπαμε, η Γερμανία μειώνει τη φορολογία, η Πολωνία αντλεί πόρους από τα έκτακτα κέρδη των εταιρειών καυσίμων, ενώ άλλες χώρες επιλέγουν επιδοτήσεις. Οι διαφορές αυτές συνδέονται ασφαλώς και με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε χώρας. Όμως ένας κοινός ευρωπαϊκός μηχανισμός, με σαφείς όρους και συγκεκριμένη διάρκεια, θα μπορούσε να εξασφαλίσει πιο συντονισμένη αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων.
Η δημοσιονομική επιβάρυνση είναι σημαντική. Η φορολογία των καυσίμων αποτελεί σταθερή πηγή εσόδων για τα δημόσια ταμεία, την οποία καμία κυβέρνηση δεν αποφασίζει εύκολα να περιορίσει. Όμως η παρατεταμένη ακρίβεια επιβαρύνει επίσης την οικονομία, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και αυξάνοντας τα έξοδα των επιχειρήσεων.
Σε μια διεθνή κρίση, ο τελικός λογαριασμός δεν μπορεί κάθε φορά να καταλήγει αποκλειστικά στον καταναλωτή. Σε περιόδους ακραίων ανατιμήσεων, η πολιτεία οφείλει να παρεμβαίνει και να χαράσσει πολιτικές προς όφελος του κοινωνικού συνόλου. Άλλωστε, αυτός δεν είναι και ο ουσιαστικός ρόλος της;
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Τουρισμός καυσίμων - Σε ποιες χώρες ταξιδεύουμε για να φουλάρουμε φθηνότερα βενζίνη
Ηλεκτρικό ή θερμικό αυτοκίνητο; Νέα έρευνα αποκαλύπτει ποιο κοστίζει λιγότερο στη χρήση
Πρόεδρος Πρατηριούχων: Τον χειμώνα θα λέμε «πάμε να βάλουμε βενζίνη τώρα που έχει 2 ευρώ»








ΔΗΜΟΦΙΛΗ

_77761_488595_type13129.jpg)


