Η ιστορία του ελληνικού οδικού δικτύου: Το Mannlicher και η συλλογικότητα


Μεταφερόμαστε σήμερα στα βουνά της Ηπείρου, σε έναν χώρο με περιορισμένες οδικές προσβάσεις, οπότε οι μηχανοκίνητες μεταφορές είναι περιορισμένες και οι αποστάσεις πολλαπλασιάζονται. Αυτές οι συνθήκες ευνόησαν τη δημιουργία μιας αίσθησης ανάλογης «ανταρτοπολέμου» στους Ιταλούς, ότι, δηλαδή, δέχονταν επίθεση από παντού, με την τεχνολογία του πολέμου να παίζει ρόλο καθοριστικό. Αυτή την τεχνολογία ανανοηματοδότησε η αναγκαστικά περιορισμένη χρήση οδικού δικτύου.

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ / ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ

    © 2026 CAR AND DRIVER. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπαραγωγή, αντιγραφή, αναδημοσίευση ή άλλη χρήση του περιεχομένου, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Η παράβαση διώκεται.
  • 23/8/2026
Πρόσθεσε το caranddriver.gr ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Μπορούμε πλέον να καταλάβουμε γιατί η ιταλική επίθεση στην πρώτη φάση του πολέμου εκφυλίστηκε τη 13η Νοεμβρίου. Οι Ιταλοί στήριζαν τα σχέδιά τους στα γεωφυσικά δεδομένα και στην υπεροπλία των μηχανοκίνητων μονάδων τους. Δεν υπολόγισαν, ωστόσο, ότι ο χώρος στην Ήπειρο, κατακερματισμένος, περιορίζεται, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν οδικές αρτηρίες προέλασης, οι αντίστοιχες δίοδοι περιορίζονται, οι αποστάσεις, λοιπόν, πολλαπλασιάζονται.

Οι Ιταλοί, σημειωτέον, στον τομέα όπου επέλεξαν να επιτεθούν διέθεταν μόνο δύο οδικές αρτηρίες, προς την Ελαία και προς τη Θεσπρωτία. Η τακτική που υιοθέτησε, άλλωστε, ο ΕΣ δημιουργούσε στους Ιταλούς μία αίσθηση ανάλογη του «ανταρτοπολέμου», δηλαδή ότι δέχονταν επίθεση από παντού και, έτσι, ένιωθαν ότι ήταν περικυκλωμένη από τον εχθρό, δεδομένου και του αναγλύφου του πεδίου επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με μία ιταλική αναφορά, οι Έλληνες, όταν επιτίθεντο παρέμεναν στα νώτα ή στα πλευρά των ιταλικών μονάδων. Εκμεταλλεύονταν την ευρύτητα του μετώπου και «το εθνικό περιβάλλον που τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν με ευκολία οδηγούς εξοικειωμένους με τα μέρη», για να πλήξουν τις ιταλικές δυνάμεις από τα νώτα τους. Αφού οι ελληνικές δυνάμεις είχαν διεισδύσει στις εχθρικές γραμμές, μεγαλύτερες μονάδες επιτίθεντο στις ιταλικές θέσεις υποχρεώνοντας εντέλει τους Ιταλούς σε υποχώρηση. Εξάλλου, ο ΕΣ κινείτο με άνεση στα μεγάλα υψόμετρα, ακόμα και σε δύσβατα μέρη, αποφεύγοντας τις κοιλάδες, όπου θα ήταν δυνατόν να δεχτούν επίθεση από μηχανοκίνητες μονάδες. Επιπροσθέτως, ο ΕΣ διέθετε πολύ αποτελεσματική υπηρεσία πληροφοριών, με την υποστήριξη του επιχώριου πληθυσμού ή λιποτακτών Αλβανών. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Ιταλοί στρατιώτες φοβούνταν διαρκώς μήπως υπερκεραστούν.

Οι δυνάμεις του ΕΣ την 28η Οκτωβρίου 1940.
Οι δυνάμεις του ΕΣ την 28η Οκτωβρίου 1940.

Και κάτι άλλο δεν υπολόγισαν, ή μάλλον υποτίμησαν, οι Ιταλοί, ότι ο πόλεμος επισφράγισε ένα συμβόλαιο ανάμεσα στους Έλληνες πολίτες και στη χώρα τους, εδραίωσε τη συλλογικότητα η οποία είχε γεωργηθεί στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η πρόσκτηση κοινής ταυτότητας περνούσε μέσα από το μόχθο και τη συλλογικότητα, μέσω, λόγου χάριν, των αγροτικών συνεταιρισμών, συλλογικότητα που εδραζόταν στην αυτοπεποίθηση των πολλών. Και τούτη η συλλογικότητα, που επιβεβαιώθηκε μέσω της πρόκρισης ειδικών μεθόδων σποράς και καλλιεργειών κατά τον Μεσοπόλεμο, ακριβώς επιβεβαιώθηκε στα βουνά της Αλβανίας, όπως και η εφευρετικότητα, η ανάπτυξη των δεξιοτήτων, κληροδοσία και αυτή των χρόνων του Μεσοπολέμου – ο δρόμος, λόγου χάριν, από το ύψωμα 1405 μέχρι το «μνήμα της γριάς», τη μάχη για την κατάληψη του οποίου περιγράφει ο Άγγελος Βλάχος, κατασκευάστηκε από το Μηχανικό πάνω σε χιόνι πάχους έως τριών μέτρων, και «η βολή εν βαδίσματι» με εφ’ όπλου λόγχη είναι ελληνική ευρεσιτεχνία.

Εξάλλου, εδώ η τεχνολογία του πολέμου παίζει ρόλο καθοριστικό, σημαντικότερο από τα άρματα των Ιταλών, αφού το ατομικό τυφέκιο του ιταλικού στρατού είναι κοντύτερο από το Mannlicher-Shönaeur των Ελλήνων και η λόγχη των τελευταίων έως και 50 εκατοστά μακρύτερη, για να μην αναφέρουμε τα πολυβόλα Hotchkiss του ΕΣ, με τον ξερό και γλυκό τους ήχο, ιδού μία απόδειξη για τα όρια, αναλόγως και της χρήσης, της τεχνολογίας.

Συγκρότηση μονάδων σε τοπική βάση

Άλλωστε, η ταχύτητα με την οποία διεκπεραιώθηκε η καλά σχεδιασμένη ελληνική επιστράτευση, εκτός της αριθμητικής υπεροχής, πρόσφερε στους φαντάρους και ένα άλλο πλεονέκτημα. Πολλές μονάδες συγκροτήθηκαν σε τοπική βάση, οι έφεδροι, περίπου 10.000 ανθυπολοχαγοί και λοχαγοί, ήταν συντοπίτες με τους στρατιώτες τους, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που έμαθαν στον πόλεμο μαζί τους. Στη συνείδηση των φαντάρων, ο διμοιρίτης, ο λοχίας, έφεδρος ανθυπολοχαγός, ο λοχαγός, συχνά και ο ταγματάρχης ζουν και πολεμούν δίπλα στον οπλίτη, μοιράζονται την ίδια ζωή, στερούνται, όπως και αυτός, σκοτώνονται δίπλα του.

Η διάταξη των αντίπαλων δυνάμεων τον χειμώνα του 1941.
Η διάταξη των αντίπαλων δυνάμεων τον χειμώνα του 1941.

Ιδιαίτερα οι γενναίοι και παράτολμοι έφεδροι αξιωματικοί, κάποιο από αυτούς χαρισματικοί, επικεφαλής των τμημάτων τους, γίνονται πρότυπα, διαμορφώνουν το πνεύμα του τμήματος που διοικούν, ενδιαφέρονται τις λεπτομέρειες των επιχειρήσεων, εμπνέουν και χάρη στις παράτολμες, αλλά αποφασιστικές πρωτοβουλίες τους, και δημιουργούν αίσθημα ασφάλειας στους στρατιώτες που διοικούν, πείθουν με το προσωπικό τους παράδειγμα. Η διασπορά των τμημάτων προκάλυψης του ΕΣ συνέσφιγγε τους δεσμούς των μικρών ηγητόρων με τους στρατιώτες, ενισχύοντας το ηθικό κύρος των νεαρών αξιωματικών, αρκετοί από τους οποίους ήταν έφεδροι.

 Έτσι, μέχρι κάποιο σημείο οι τακτικές σχεδιάστηκαν επιτόπου, πολλές μικρές, αυτοσχέδιες διεισδύσεις στα κενά που άφηναν οι ιταλικές γραμμές, λόγω και του γεωγραφικού ανάγλυφου, έσπρωξαν τους Ιταλούς προς τα σύνορα της Αλβανίας, λόγω και της αριθμητικής υπεροχής του ΕΣ, υπεροχή την οποία διατήρησε σχεδόν μέχρι τέλους Ιανουαρίου.

Ένα φορτηγό κολλημένο στην άκρη του δρόμου. Παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, η έγκαιρη ανάπτυξη του οδικού δικτύου προς τα θέατρα επιχειρήσεων απεδείχθη αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων.
Ένα φορτηγό κολλημένο στην άκρη του δρόμου. Παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, η έγκαιρη ανάπτυξη του οδικού δικτύου προς τα θέατρα επιχειρήσεων απεδείχθη αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Από το σημείο αυτό και ύστερα, το μέτωπο καθηλώθηκε και ξεκίνησε μια σειρά αιματηρών και αδιέξοδων επιθέσεων για να καταληφθούν η Κλεισούρα και το Τεπελένι, οπότε ο πόλεμος έγινε στατικός, πόλεμος χαρακωμάτων και αντεπιθέσεων, πόλεμος για τη διατήρηση των γραμμών ανεφοδιασμού και διακίνησης των τραυματιών, όσων είχαν υποστεί κρυοπαγήματα, επίσης, στους τομείς του Α΄ και Γ΄ ΣΣ. Και εδώ, επίσης, δόθηκαν μάχες για τη διατήρηση του ελέγχου των οδικών αρτηριών, πολλές από τις οποίες είχαν κατασκευαστεί ή ανακατασκευαστεί στη διάρκεια της πολεμικής προπαρασκευής της Ελλάδας, όπως, λόγου χάριν: η οδός Θεσσαλονίκης-Κρυσταλλοπηγής, Καλαμπάκας-Ιωαννίνων-Ελαίας ή Καστοριάς-Νεστορίου, που τόσο αποφασιστικό ρόλο έπαιξε στις μετακινήσεις του Γ΄ Σώματος Στρατού.

Ιταλικά στρατεύματα περνούν τα Ελληνοαλβανικά σύνορα στις 28 Οκτωβρίου 1940 στο Τελίνι, που έχει ήδη εγκαταλειφθεί από τον ΕΣ. Εμφανής ο ρόλος της αυτοκίνησης, αλλά και η κατάσταση του οδικού δικτύου.
Ιταλικά στρατεύματα περνούν τα Ελληνοαλβανικά σύνορα στις 28 Οκτωβρίου 1940 στο Τελίνι, που έχει ήδη εγκαταλειφθεί από τον ΕΣ. Εμφανής ο ρόλος της αυτοκίνησης, αλλά και η κατάσταση του οδικού δικτύου.

Αλλά οι πορείες συνεχίζονταν, των Ελλήνων, των Ιταλών, και τα μουλάρια έγραψαν τη δική τους ιστορία, εκεί όπου τροχός αυτοκινήτου ήταν αδύνατον να πατήσει. 

Θα παρακολουθήσουμε τα σχετικά το επόμενο Σαββατοκύριακο.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ

Οκτώβριος 1940: Η επίθεση εναντίον της Ελλάδας όπως την είδαν οι Ιταλοί, συλλογικό έργο, Δ.Ν. Παπαδήμας, 2008,

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρσενίου, Λάζαρος, Ανατομία του έπους, 1940-1941, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1998, σσ. 83-84 για το οπλοπολυβόλο Hotchkiss: «Το οπλοπολυβόλο Hotchkiss, σχεδιασμένο και με επινοήσεις Ελλήνων αξιωματικών πολεμιστών στη Μ. Ασία, ήταν το ιδεωδέστερο αυτόματο για ορεινό αγώνα, με δέσμη ”στενή, πυκνή και βαθεία’’ […] Παρείχε πυρ με ”βολή εν βαδίσματι”. Το μικρό σχετικά βάρος του, 7 κιλά περίπου, ελαφρότερο από το αντίστοιχο ιταλικό, ευκόλυνε τη μεταφορά του» , ενώ το εν λόγω θερμαινόταν κατά τη λειτουργία του λιγότερο από τα ιταλικά Fiat και Breda και σπανίως πάθαινε εμπλοκές. Για τα Mannlicher-Shönaeur, βλ., Σαζανίδης, Χρήστος, Τα όπλα των Ελλήνων. Μια ιστορική μελέτη του φορητού οπλισμού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και Αντάρτικων Σωμάτων (1821-1992), Θεσσαλονίκη 1995, σποράδην, ιδιαίτερα σσ. 50-60, 80-86, 99-94, 163-166, 197-199, 201-212. Πρβλ., Παπαδόπουλος, Δημήτρης, «Ο οπλισμός του Έλληνα στρατιώτη (1940-41)», «Ο Ελληνικός Στρατός και το έπος της Β. Ηπείρου (1940-41)» , Στρατιωτική ιστορία, Οι μεγάλες μάχες - 3, Περισκόπιο, χ.χ., σσ. 66-75. 

Δημητρίου, Ελένη Κ., Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ως προσωπικό βίωμα. Ημερολόγια Ελλήνων στρατιωτών, Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 2010, σσ. 247, 266-270. Γεροζήσης, Τριαντάφυλλος Αθ., Το σώμα των αξιωματικών και η θέση του στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία 1821-1975, τόμος Δεύτερος, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα, 1996, σσ. 486-502, για τις επετηρίδες από το 1909 έως το 1940 και τους αριθμούς λοχαγών και ανθυπολοχαγών. 

Για το «μνήμα της γριάς», βλ. Βλάχος, Άγγελος, Το μνήμα της γρηάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε., 51991 (πρώτη έκδοση: Δημητράκος, 1946).