Τα έργα υποδομής έχουν συνδεθεί με το όνομα του Ελευθερίου Βενιζέλου – ο Βασίλης Μπογιατζής έχει πειστικά δείξει πως «η τεχνοεπιστημονική έρευνα, χρήση και εφαρμογή συνυφαίνεται εξ αρχής με την εθνική πρόοδο, τη στερέωση και παγίωση του υπάρχοντος κοινωνικού –εν πολλοίς– καθεστώτος, την πρόληψη της κοινωνικής αναταραχής και επανάστασης, την ηθικοκοινωνική και πολιτική εξυγίανση».
Η ανάπτυξη, με μοχλό την άνοδο των Νέων Χωρών, θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα του ελληνικού πολιτικού προβλήματος και στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης, πίστευε ο Ε. Βενιζέλος –και επρόκειτο για στρατηγικής σημασίας αντίληψη–, τα τραύματα του Διχασμού και της Μικρασιατικής Καταστροφής θα ήταν δυνατόν να επουλωθούν.
Η οικειοποίηση της επιστημονικής ιδεολογίας και της τεχνολογίας, τόσο υπό τη μορφή των υποδομών και των Μεγάλων Τεχνολογικών Συστημάτων, όσο και της τεχνολογίας των θεσμών συνιστά έναν από τους μείζονες τόπους της σκέψης και της πολιτικής πρακτικής του Ε. Βενιζέλου, ο οποίος δεν δίστασε να συνδέσει την ιδεολογία της επιστήμης με την αναγέννηση, την εξυγίανση της κοινωνίας, την κοινωνική μεταμόρφωση.
Ο Ε. Βενιζέλος προέκρινε να τοποθετήσει την ιδεολογία της επιστήμης στη βάση ενός νέου ιδεώδους που θα αντικαθιστούσε αυτό της Μεγάλης Ιδέας, του κεντρικού συνεκτικού ιδανικού του νεότερου ελληνικού κράτους, ύστερα από την «εδαφική» κατάρρευσή της και την οξεία αίσθηση ιδεολογικού κενού, που συνοδευόταν από προσδοκίες αναγέννησης και λύτρωσης: «Ένας κόσμος τελείωσε στο λιμάνι της Σμύρνης […] Εξαντλήθηκαν ξαφνικά οι ιδεολογικές ορμές του έθνους, τα σύμβολα έχασαν το νόημά τους και οι θεσμοί το πνεύμα που τους κινούσε […] Καμμιά γενναία θέληση πουθενά ολόγυρά μας, καμμιά συγκέντρωση δυνάμεων για την προετοιμασία ενός καλύτερου μέλλοντος […] Δεν υπάρχει λοιπόν καμμιά ελπίδα για την Ελλάδα;», ρωτούσε εν αγωνία ο Γιώργος Θεοτοκάς στο κείμενο που αποσπασματικά παραθέσαμε και τιτλοφορείται «Υπάρχει κάτι σάπιο στην Ελλάδα», δημοσιευμένο πρώτη φορά στο περιοδικό Ιδέα τον Οκτώβριο του 1933.
Βρισκόμαστε στην περίοδο που ο Πέτερ Βάγκνερ έχει χαρακτηρίσει ως «πρώτη κρίση της νεωτερικότητας», στην αποκορύφωσή της μάλιστα, με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, αλλά και τις ιδέες της επιστήμης και της δημοκρατίας. Βρισκόμαστε στην εποχή, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, στις αρχές της επομένης, κατά την οποία η εμπειρία της κατάρρευσης, και όχι μόνο στην Ελλάδα, προφανώς, ήταν οδυνηρή, αν όχι συντριπτική, και η ανάγκη, τα αιτήματα για νέα ξεκινήματα επιτακτικά: παρά τις πρωτόγνωρες δυσκολίες, ένα γενικό αίσθημα αισιοδοξίας διαχεόταν στην ατμόσφαιρα στα τέλη της δεκαετίας του 1920.
Πρόκειται για εποχή μεταιχμιακή, κατά την οποία η αίσθηση του τέλους και η ανάγκη της αναγέννησης συνυπάρχουν, η απομάκρυνση από τον συντετριμμένο κόσμο του χθες η δρομολόγηση ενός κόσμου του αύριο, μια «επανασύνδεση με το μέλλον», ένα μέλλον καθησυχαστικό και δελεαστικό. Αυτό το αίτημα για ένα τρόπον τινά άλμα προς τα εμπρός είναι που ο Ρότζερ Γκρίφφιν τοποθετεί στο κέντρο αυτού που αποκαλεί «μοντερνισμό» και «μοντερνιστικό ήθος», έννοια με σαφείς συνδηλώσεις και προεκτάσεις, που συνδέεται με τις μοντερνιστικές πολιτικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις της εποχής τόσο της Αριστεράς, όσο και της Δεξιάς.
Ο Ε. Βενιζέλος, για να σπεύσουμε να επανέλθουμε σε αυτόν, απέδωσε στην ιδεολογία της επιστήμης θετικό κοινωνικό πρόσημο, με ζητούμενο το πλέον κατάλληλο πλαίσιο υποδοχής, σε μία «υπό πίεση κοινωνία». Σκεφτόταν πάντοτε τις τεχνολογικές καινοτομίες συνδεδεμένες με ένα πλαίσιο θεσμικών τεχνολογιών, έτσι ώστε να γίνει εφικτή η τεχνολογική πρόοδος και, συγχρόνως, να αποφεύγονται οι κοινωνικά ανεπιθύμητες συνέπειες. «[…] Στα μάτια του Βενιζέλου, το κράτος όφειλε να εξοπλιστεί με τα αναγκαία εκείνα μέσα που θα του επέτρεπαν να παίξει πιο ενεργό ρόλο στη διατήρηση της πολιτικής και κοινωνικής τάξης, την οποία απειλούσε τόσο η ανάπτυξη του διεκδικητικού και πολιτικού κινήματος όσο και ο παλλαπλασισμός των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που έθεταν σε κίνδυνο τη συνοχή», επισημαίνει εν προκειμένω ο Νίκος Αλιβιζάτος.
Να γίνει η Ελλάδα «αγνώριστη»
Οι κυβερνήσεις ύστερα από τη Μικρασιατική εμπλοκή και Καταστροφή (1923-1928) έδωσαν έμφαση στη βελτίωση των υποδομών της χώρας, με εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, αλλά και για πρακτικούς-πραγματιστικούς λόγους: να αποκατασταθούν οι πρόσφυγες, να βελτιωθούν οι άθλιες συνθήκες μεγάλης μερίδας του πληθυσμού στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Η πλέον συνεκτική διατύπωση του οράματος μιας ισχυρής και ευνομούμενης διακυβέρνησης, ένα πλέγμα θεσμών το οποίο υπήρχε η προσδοκία να λειτουργήσουν στην κατεύθυνση της εναρμόνισης στις συγκρούσεις κοινωνικών στρωμάτων, και το νέο ιδεολογικό πρόταγμα, ύστερα από το 1928, να γίνει η Ελλάδα «αγνώριστη» υπό τη διακυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου, συνδυάστηκε με μεγάλης κλίμακας παραγωγικά έργα, προσδοκώντας σε αύξηση της εθνικής παραγωγής και στην εμπέδωση μιας υλικής βάσης για κοινωνική δικαιοσύνη.
Ακριβέστερα: ο Ε. Βενιζέλος απέδωσε θεμελιακή σημασία στην ιδεολογία της επιστήμης, στο πλαίσιο της πορείας για μια «αγνώριστη» Ελλάδα, έτσι ώστε το έθνος να αναπροσανατολιστεί. Ο αναπροσανατολισμός αυτός, επέμενε με κάθε σχετική αφορμή ο Ε. Βενιζέλος, προϋπόθετε την παραγωγική αξιοποίηση του αυξηθέντος πληθυσμού, ύστερα από την έλευση των προσφύγων, την επίτευξη κοινωνικής σταθερότητας, μέσω της απορρόφησης του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, συνεπεία της δημογραφικής έκρηξης, της αντιμετώπισης της ανεργίας, τη συγκράτηση των αγροτών στις εστίες τους, μέσω της ανάπτυξης παντί σθένει της γεωργίας –ασφαλώς σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται η αναβάθμιση της Ανωτέρας Γεωργικής Σχολής Αθηνών, που είχε ιδρυθεί επί διακυβέρνησης Ε. Βενιζέλου το 1920, σε Ανωτάτη το 1929 και ή ίδρυση την ίδια χρονιά της Αγροτικής Τράπεζας– και την αύξηση της γεωργικής παραγωγής, παράλληλα με την ανάπτυξη της βιομηχανίας ως μοχλού επέκτασης της παραγωγικής βάσης της χώρας, την ανάπτυξη του τουρισμού και της ναυτιλίας, την εκλογικευμένη ρύθμιση του κρατικού οργανισμού, με την ίδρυση και δραστηριοποίηση νέων θεσμών (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γερουσία [που λειτούργησε ως νομοθετικό σώμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος του 1927], Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο), κυρίως: την πίστη στην πραγματοποίηση όλων αυτών των στόχων, ώστε, σε συνδυασμό με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, να εγκαινιαστεί «[μία] νέα περίοδος εις την σταδιοδρομίαν του Ελληνικού Έθνους, περίοδος της οποίας σύμβολα θα είναι η Ειρήνη και η Εργασία», σημειώνεται με έμφαση στο φυλλάδιο Το Έργον της κυβερνήσεως Βενιζέλου κατά την τετραετία 1928-1932. Τι υπεσχέθη προεκλογικώς και τι επραγματοποίησε, που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1932, έναν μήνα πριν τις εκλογές.
Ένα φιλόδοξο πρόγραμμα οδοποιίας
Η τεχνολογία αναμενόταν να συντελέσει στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων, έτσι ώστε η φιλελεύθερη ρύθμιση να ενισχυθεί. Η πεποίθηση εκφράστηκε υλικά στο μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα δημοσίων έργων της τετραετίας 1928-1932. Στα τεχνοεπιστημονικά εγχειρήματα, κάποια από αυτά: επιτεύγματα, αυτής της περιόδου συναριθμούνται η αναδιοργάνωση των γεωργικών υπηρεσιών, τα τοπικής κλίμακας εγγειοβελτιωτικά έργα, τα μεγάλης κλίμακας αντίστοιχα, στις πεδιάδες Σερρών, Δράμας και Θεσσαλονίκης, τα έργα υδροδότησης, με την Αθήνα σε πρώτη προτεραιότητα –οι εργασίες για την κατασκευή του Φράγματος στον Μαραθώνα ολοκληρώθηκαν τον Μάιο του 1931–, η κατασκευή λιμενικών έργων και γεφυρών, η ανάπτυξη της πολιτικής και πολεμικής αεροπορίας, οι αξιοσημείωτες βελτιώσεις στο τηλεγραφικό και τηλεφωνικό δίκτυο, τα προγράμματα στέγασης των προσφύγων (15.130 οικίες κατασκευασμένες από το κράτος, 9.486 από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, μέχρι τη διάλυσή της, το 1930, 3.000 από Οικοδομικούς Συνεταιρισμούς), η οικοδόμηση 3.167 σχολικών κτιρίων, άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αναπροσανατολισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και μέτρα για τη δημόσια υγεία, με την ίδρυση σημαντικών υγειονομικών θεσμών, και την κοινωνική εξυγίανση, την αντιμετώπιση της κοινωνικής αθλιότητας και των ποικίλων μορφών κοινωνικής «παθογένειας».
Στα τεχνολογικά εγχειρήματα που προαναφέραμε συναριθμούνται, βεβαίως, ένα φιλόδοξο πρόγραμμα οδοποιίας, στην κατεύθυνση μιας νέας χωρικής οργάνωσης εθνικής κλίμακας και η πρόκριση των υποδομών αυτοκίνησης έναντι αυτών του σιδηροδρόμου, αναλόγως και της καλλιέργειας μιας κουλτούρας του αυτοκινήτου και την εντυπωσιακή διάδοσή του ως μεταφορικού μέσου, αλλά και ως ενός τεχνολογικού προσήμου του μοντερνισμού, όπως, επίσης, και της διάδοσης και δεξίωσης της αυτοκίνησης, αναλυτικού εργαλείου, στο πλαίσιο του παραδείγματος των κινητικοτήτων, για την κατανόηση των κοινωνικών μετασχηματισμών, επιτομής οικονομικοκοινωνικών μετασχηματισμών που συντελούνται εκείνη την εποχή και ύστερα σε πολλά νεωτερικά κράτη και αφορούν στην αναδιοργάνωσή τους σε επίπεδο οικονομικής γεωγραφίας και ανθρωπογεωγραφίας μέσω των οδικών υποδομών, αλλά και στην ανανοηματοδότηση του χώρου και στη διαμόρφωση πολιτισμικών ταυτοτήτων.
Ακριβώς με την προσπάθεια δημιουργίας ενός εκτεταμένου οδικού δικτύου, μία αποτυχημένη προσπάθεια που κατέδειξε τα όρια της βενιζελικής ευτοπίας, και τη γεώργηση της κουλτούρας της αυτοκίνησης θα ασχοληθούμε τα επόμενα Σαββατοκύριακα.
Στόχος: να καταστεί η Ελλάδα αυτάρκης
Στόχος πρωτεύων, για να επανέλθουμε στα παραγωγικά εγγειοβελτιωτικά έργα, ήταν να καταστεί η Ελλάδα αυτάρκης σε γεωργικά προϊόντα, με τη συνδρομή και υποστηρικτικών θεσμών. Εύλογο είναι, επομένως, γιατί ο Ε. Βενιζέλος συνέδεε αυτά τα έργα με επείγοντα πολιτικά προτάγματα. Τόνιζε, μάλιστα, την «κολοσσιαία σημασία των», λόγου χάριν στις 22 Ιουλίου 1928 στη Θεσσαλονίκη, πριν τις εκλογές, αλλά και στις 7 Απριλίου 1929, πριν τις εκλογές για τη Γερουσία, στις 21 Απριλίου. Ο Ε. Βενιζέλος τόνισε σε αυτές και σε πλείστες άλλες ευκαιρίες, ότι, χάρη στα προαναφερθέντα επιτεύγματα, οι ανάγκες του πληθυσμού θα ικανοποιούνταν, η ευημερία, χάρη στην επιστημονική καλλιέργεια της γης, θα ανθούσε, το κοινωνικό καθεστώς, έτσι, περαιτέρω θα παγιωνόταν, η χώρα θα προόδευε.
Στον λογαριασμό πρέπει να βάλουμε και τη βιομηχανία, της οποίας η στήριξη δεν ήταν αμελητέα, λόγου χάριν: ατέλειες στα μηχανήματα και στις πρώτες ύλες ή τα βιομηχανικά δάνεια, αλλά και προστατευτικά μέτρα εξαιτίας των προανακρουσμάτων της Κρίσης. Εντούτοις, η στάση του Ε. Βενιζέλου απέναντι στη βιομηχανία μάλλον ως αμφίθυμη μπορεί να χαρακτηριστεί, αφού ο τομέας αυτός δεν λογιζόταν στις ατμομηχανές της οικονομικής ανάπτυξης, παρά την επέκτασή της, όπως έχει δείξει πειστικά ο Μαρκ Μαζάουερ. Η βιομηχανία αντιμετωπίστηκε μάλλον ως λύση ανάγκης στη συγκεκριμένη συγκυρία παρά ως θεμέλιο της παραγωγικής δομής της χώρας.
Οι θεσμικές τεχνολογίες, έχει δείξει η πρόσφατη έρευνα, ήταν αυτές που είχαν προτεραιότητα, οι τεχνολογικές υποδομές είχαν ρόλο ενισχυτικό «στην κατεύθυνση αναγέννησης/ εξυγίανσης συν αυταρχικής (θυμίζουμε, λόγου χάριν, το περιβόητο «Ιδιώνυμο» [ν. 4229/24 Ιουλίου 1929 <ΦΕΚ 245 Α΄, 25 Ιουλίου 1929, εμπνευστής ο υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος> ή την απαγόρευση απεργίας για τους δημόσιους υπαλλήλους)– κοινωνικής διευθέτησης», για να προσφύγω στη λέξη του Β. Μπογιατζή, στο πλαίσιο ενός «μετέωρου μοντερνισμού».
Η οικειοποίηση της τεχνολογίας από τον Ε. Βενιζέλο, αλλά και από τον Ιωάννη Μεταξά, όπως θα δούμε, εγγράφεται στην κατεύθυνση εγκαθίδρυσης ενός κράτους που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει εκσυχρονιστικά σχέδια και να αναθρέψει νεοπαγείς και υγιείς κοινωνικές δυνάμεις. Ο λόγος για αυτό που ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν έχει χαρακτηρίσει ως «κράτος-καλλιεργητή». Όσο για τον Ε. Βενιζέλο, ακριβώς στο προαναφερθέν πλαίσιο, παρότρυνε σε μία κοινοβουλευτική αγόρευσή του, που διαβάζουμε στο Ελεύθερον Βήμα της 13ης Οκτωβρίου 1930, τους νέους να γίνουν τεχνίτες και επιστήμονες, ώστε «να δαμάσ[ουν] αποτελεσματικότερον τας δυνάμεις της φύσεως, να βάλ[ουν] εις αυτάς χαληνόν και να τας θέση εις την υπηρεσίαν της ανθρωπότητος […] να καταστήσουν γλυκυτέραν την ζωήν του ανθρώπου [και να] δώσουν τα μέσα να ζήσωμεν με μεγαλυτέραν ευημερίαν».
Θα συνεχίσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ ΚΑΙ ΛΕΖΑΝΤΩΝ
Η ιστορία του αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Εμπόριο και παραγωγή στη μέγγενη του κράτους, 1894-1986, εκδ. Κέρκυρα, 2009.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μπογιατζής, Βασίλης, Μετέωρος μοντερνισμός, Ευρασία 2012, σσ. 168-190. Β., επίσης, του ιδίου, «Επιστημονική Ιδεολογία και Τεχνολογία στη σκέψη του Ελευθέριου Βενιζέλου: Ιδεολογία, Θεσμοί και Υποδομές κατά τη Μεγάλη Τετραετία 1928-1932», Signum, τχ. 1, Ιανουάριος 2011, σσ. 117-134. Το φυλλάδιο Το Έργον…, αναπαράγεται στο Πετρίδης, Π. (εισαγωγή-επιμέλεια), Το Έργον της κυβερνήσεως Βενιζέλου κατά την τετραετία 1928-1932. Τι υπεσχέθη προεκλογικώς και τι επραγματοποίησε, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Εθνικός Διχασμός. Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα, Πατάκης, 2025, σσ. 207-208.
Για την «πρώτη κρίση της νεωτερικότητας», βλ. Wagner, Peter, A Sociology of Modernity. Liberty and Discipline, Routledge, Νέα Υόρκη 1994. Για το «μοντερνιστικό ήθος», βλ. Griffin, Rogger, Modernism and Fascism. The sense of the bigging under Mussolini and Hitler, Palgrave/ Macmilan, Νέα Υόρκη, 2007, σποράδην και σσ. 183-187 για το «κράτος καλλιεργητή» και σσ. 268-270 για μία «υπό πίεση κοινωνία». Τα θέματα αυτά αναπτύσσει ευσύνοπτα ο Βασίλης Μπογιατζής στο άρθρο του «Από το “ξίφος του ευγενούς” στη “σημαία των φασιστών”. Η διαμόρφωση και εξέλιξη της κοσμοθωρίας του Ιωάννη Μεταξά 1897-1941», στο συλλογικό τόμο Καλλής, Αριστοτέλης – Σουβλής, Γιώργος (επιμ.), Το μεταξικό πείραμα εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας (1936-1941), μτφρ. Φώτης Κουστόπουλος, Αλεξάνδρεια, 2024, σς. 174-179, όπου και το απόσπασμα από το άρθρο του Γιώργου Θεοτοκά (: Αλεβιζάτος, Νίκος και Τσαπόγας, Μιχαήλ [επιμ.], Γιώργος Θεοτοκάς, Στοχασμοί και θέσεις: πολιτικά κείμενα 1925-1966, τόμος 1 [1993], Εστία, 1996, σσ. 249-251 ) . Για τη γνώμη του Νίκου Αλεβιζάτου (: Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, 1995), βλ. στο Μπογιατζής, Βασίλης, «Επισημονική ιδεολογία…», ό.π., σ. 121. Για τις παροτρύνσεις του Ε. Βενιζέλου προς τους νέους, βλ., Στεφάνου, Στ. (επιμ.), Ελευθερίου Βενιζέλου. Πολιτικαί υποθήκαι, 1ος τόμος, χ.ε., 1969, σσ. 214-215. Για τις απόψεις του Ε. Βενιζέλου για τη βιομηχανία, βλ., λόγου χάριν, αυτ., σ. 215, και σσ 96-97, για την ομιλία στη Θεσσαλονίκη. Για τη Μεγάλη Ιδέα ως «το κεντρικό συνεκτικό ιδανικό του νεότερου ελληνικού κράτους», βλ., λόγου χάριν, Κλάψης, Αντώνης, Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Πεδίο, 2019, αλλά και Καφάογλου, Ηλίας, Η Γυφτοπούλα, μια γυναίκα ερωτευμένη και η εποχή της, Εκδόσεις του Φοίνικα, 2019, όπου και εκτενής βιβλιογραφία. Για το γενικό αίσθημα αισιοδοξίας διάχυτο στα τέλη της δεκαετίας του 1920, βλ., λόγου χάριν, Mavrogordatos, George Th., Stilliborn Republic: Social Coalitions and Rarty Strategies in Greece, University of California Press, Μπέρκλεϋ, 1983. Για την κουλτούρα του αυτοκινήτου και της αυτοκίνησης, βλ., λόγου χάριν, Volti, R., Cars and Culture, The John Hopkins University Press, Μαίρυλαντ, 2004 και Flink, J., Car Culture, MIT Press, Καίμπριτζ, Μασσαχουσέττη 1975, και του ιδίου, The Automobile Age, MIT Press, Καίμπριτζ, Μασσαχουσέττη 1988. Για τις κινητικότητες, ακριβέστερα: το παράδειγμα των κινητικοτήτων, βλ., λόγου χάριν: Urry, J., Mobilities, Polity, Καίμπριτζ – Μάλντεν, 2007. Για τα έργα υδροδότησης της Αθήνας, βλ., Μαυρογόνατου, Γεωργία, Η υδροδότηση της Αθήνας. Από τα δίκτυα στο δίκτυο: 1880-1930. Τεχνολογία, Κοινωνία, Πολιτική, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, , EMΠ/EKΠA, 2009.




ΔΗΜΟΦΙΛΗ





_77761_459056_type13129.jpg)